doigté

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

doigté < → δείτε τη λέξη: doigter

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dwa.te/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
doigté doigtés

doigté (fr) αρσενικό