domestic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dəˈmɛstɪk/
ήχος (ΗΠΑ) 

Επίθετο[επεξεργασία]

domestic (en)

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • domestic στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg