Μετάβαση στο περιεχόμενο

dragée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dragée dragées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dragée (fr) θηλυκό