dropper

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dropper (en)

  1. το σταγονόμετρο
  2. αυτός που ρίχνει (που εκτελεί την ενέργεια του ρήματος drop)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

dropper (fr)

  1. άλλη γραφή του droper