drop

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

drop (en)

  1. η σταγόνα
  2. η πτώση

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

drop (en)

  1. πέφτω
  2. μειώνομαι
  3. αφήνω κάτι, το παρατάω, δεν ασχολούμαι άλλο μαζί του
  4. σκοτώνω με πυροβόλο όπλο
  5. ρίχνω κάποιον κάτω αναίσθητο