omit
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | omit |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | omits |
| αόριστος | omitted |
| παθητική μετοχή | omitted |
| ενεργητική μετοχή | omitting |
Ρήμα
[επεξεργασία]- παραλείπω, δεν συμπεριλαμβάνω κάτι ή κάποιον, είτε εσκεμμένα είτε επειδή το έχω ξεχάσει
- παραλείπω να κάνω κάτι, δεν κάνω ή αποτυγχάνω να κάνω κάτι