Μετάβαση στο περιεχόμενο

fail

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας fail
γ΄ ενικό ενεστώτα fails
αόριστος failed
παθητική μετοχή failed
ενεργητική μετοχή failing

fail (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) αποτυγχάνω σε κάποια προσπάθεια
    παράδειγμα  The scientists are investigating why the experiment failed.
    Οι επιστήμονες ερευνούν γιατί το πείραμα απέτυχε.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) αποτυγχάνω σε μάθημα· κόβω, απορρίπτω, δίνω απορριπτικό βαθμό σε μαθητή
    παράδειγμα  I failed in math.
    Απότυχα στα μαθηματικά.
    παράδειγμα  He failed his exams because he was completely unprepared.
    Απέτυχε στις εξετάσεις, γιατί ήταν τελείως αμελέτητος.
    παράδειγμα  He failed half the class.
    Έκοψε τη μισή τάξη.
    παράδειγμα  She failed the student.
    Απέρριψε τον μαθητή.
  3. (αμετάβατο) παραλείπω, δεν κάνω κάτι
    παράδειγμα  I failed to mention that…
    Παράλειψα να αναφέρω ότι…
    παράδειγμα  I will not fail to write him.
    Δεν θα παραλείψω να του γράψω.
     συνώνυμα:  neglect και omit
  4. (αμετάβατο) χαλάω, για μηχανήματα, παύω να λειτουργώ σωστά
    παράδειγμα  The brakes failed and I ran into a tree.
    Χάλασαν τα φρένα κι έπεσα σ' ένα δέντρο.
  5. (αμετάβατο) αδυνατίζω, λιγοστεύω, για υγεία, όραση ή φως
    παράδειγμα  His eyesight is failing.
    Η όρασή του αδυνατίζει.
    παράδειγμα  Daylight was failing and nighttime was falling.
    Το φως λιγόστευε και η νύχτα έπεφτε.
  6. (αμετάβατο) χαλάω, δεν είμαι αρκετός όταν χρειάζεται ή αναμένεται
    παράδειγμα  The cotton crop failed.
    Η σοδειά μπαμπακιού χάλασε.
  7. (αμετάβατο) χρεοκοπώ, για μια εταιρεία που δεν μπορεί να συνεχίσει
    παράδειγμα  Dozens of banks failed.
    Δεκάδες τράπεζες χρεοκόπησαν.