decline
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| decline | declines |
decline (en)
- πτώση, κίνηση προς τα κάτω
- κατωφέρεια σε δρόμο, κατωφερής πλαγιά
- εξασθένιση, παρακμή
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | decline |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | declines |
| αόριστος | declined |
| παθητική μετοχή | declined |
| ενεργητική μετοχή | declining |
decline (en)
- (αμετάβατο) πέφτω, εξασθενώ, φθίνω, μειώνομαι, γίνομαι λιγότερος ή πιο αδύναμος
The birthrate in our country is declining.
- Ο αριθμός των γεννήσεων στη χώρα μας πέφτει.
The old man’s health is beginning to decline.
- Ο γέρας άρχισε να πέφτει.
His influence/power has begun to decline.
- Η επιρροή/δύναμη του έχει αρχίσει να εξασθενίζει/μειώνεται.
Is crime declining or not?
- Φθίνει η εγκληματικότητα ή όχι;
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη decrease
- (μεταβατικό, επίσημο) αρνούμαι (πχ μία προσφορά, μία πρόσκληση κλπ)
- (μεταβατικό, γραμματική) κλίνω ένα ουσιαστικό ή επίθετο ή αντωνυμία
”Το ίδιος” declines similarly to the adjective “τίμιος, -α, -ο”.
- «Το ίδιος» κλίνεται σύμφωνα με το επίθετο «τίμιος, -α, -ο».
- → δείτε τη λέξη conjugate
Πηγές
[επεξεργασία]- decline (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- decline (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 302, 697-699, 935. ISBN 9780194325684., λήμμα: εξασθενώ, πέφτω, φθίνω