Μετάβαση στο περιεχόμενο

drop off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας drop off
γ΄ ενικό ενεστώτα drops off
αόριστος dropped off
παθητική μετοχή dropped off
ενεργητική μετοχή dropping off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
drop off <  δείτε τις λέξεις drop και off

drop off (en) (ανεπίσημο)

  • πέφτω, φθίνω, μειώνομαι, γίνομαι λιγότερος
    παράδειγμα  People’s interest in football has dropped off.
    Έχει πέσει λίγο το ενδιαφέρον του κόσμου για τη μπάλα.
    παράδειγμα  His influence/power has begun to drop off.
    Η επιρροή/δύναμη του έχει αρχίσει να μειώνεται.
    παράδειγμα  Is crime dropping off or not?
    Φθίνει η εγκληματικότητα ή όχι;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη decrease