slump

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

slump 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slump (sv)

  • η τύχη
    av en slump - κατά τύχη, τυχαία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]