dulcet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

dulcet (en)

  1. γλυκός (για ήχους), γλυκόφωνος, γλυκόλαλος
  2. (γενικότερα) ευχάριστος
  3. (παρωχημένο) γλυκός (στη γεύση)