Μετάβαση στο περιεχόμενο

durable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός durable
συγκριτικός more durable
υπερθετικός most durable

durable (en)

  • ανθεκτικός
    παράδειγμα  This fabric is very durable.
    Αυτό το ύφασμα είναι πολύ ανθεκτικό.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

durable (fr)