Μετάβαση στο περιεχόμενο

dwindle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας dwindle
γ΄ ενικό ενεστώτα dwindles
αόριστος dwindled
παθητική μετοχή dwindled
ενεργητική μετοχή dwindling

dwindle (en)