earful
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]earful (en)
- (ανεπίσημο) το κατσάδιασμα, η κατσάδα, επιτιμητικός λόγος στον οποίο κάποιος λέει για πολλή ώρα πόσο θυμωμένος είναι για κάτι
He gave us a real earful.
- Μας έδωσε μια γερή κατσάδα.
- δυνατός θόρυβος ή κρότος