eavesdrop
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | eavesdrop |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | eavesdrops |
| αόριστος | eavesdropped |
| παθητική μετοχή | eavesdropped |
| ενεργητική μετοχή | eavesdropping |
- κρυφακούω
We caught him eavesdropping outside the window.
- Τον τσακώσαμε να κρυφακούει έξω από το παράθυρο.
He was eavesdropping on you.
- Σε κρυφάκουγε.
Eavesdropping is considered a violation of privacy.
- Το κρυφάκουσμα θεωρείται παραβίαση της ιδιωτικότητας.