Μετάβαση στο περιεχόμενο

eavesdrop

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας eavesdrop
γ΄ ενικό ενεστώτα eavesdrops
αόριστος eavesdropped
παθητική μετοχή eavesdropped
ενεργητική μετοχή eavesdropping

eavesdrop (en) (αμετάβατο)

  • κρυφακούω
    παράδειγμα  We caught him eavesdropping outside the window.
    Τον τσακώσαμε να κρυφακούει έξω από το παράθυρο.
    παράδειγμα  He was eavesdropping on you.
    Σε κρυφάκουγε.
    παράδειγμα  Eavesdropping is considered a violation of privacy.
    Το κρυφάκουσμα θεωρείται παραβίαση της ιδιωτικότητας.

Συγγενικά

[επεξεργασία]