Μετάβαση στο περιεχόμενο

ecchymose

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ecchymose ecchymoses

ecchymose (fr) θηλυκό