effet de serre

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [edit]

effet de serreδείτε τις λέξεις: effet και serre

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
effet de serre effets de serre

effet de serre (fr) αρσενικό

  1. φαινόμενο του θερμοκηπίου