Μετάβαση στο περιεχόμενο

electric

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός electric
συγκριτικός more electric
υπερθετικός most electric

Επίθετο

[επεξεργασία]

electric (en)

  1. ηλεκτρικός, που συνδέεται με ηλεκτρισμό· που χρησιμοποιεί ή παράγει ηλεκτρική ενέργεια
    παράδειγμα  When buying electric appliances, don’t forget to ask for the manufacturer’s warranty.
    Όταν αγοράζετε ηλεκτρικές συσκευές μην ξεχνάτε να ζητήσετε την εγγύηση του εργοστασίου.
     συνώνυμα: electrical
  2. ηλεκτρισμένος, γεμάτος ένταση
    παράδειγμα  The atmosphere was electric.
    Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.
     συνώνυμα: electrifying

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

electric (ro)