Μετάβαση στο περιεχόμενο

elf

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
elf elves
An elf drawn by Piedachu Peris

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

elf (en)

  • το ξωτικό, μυθικό υπερφυσικό πλάσμα που μοιάζει με άνθρωπο χωρίς να είναι
    παράδειγμα  The fairytale talks about fairies and elves.
    Το παραμύθι μιλά για νεράιδες και ξωτικά.



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

elf (de) (απόλυτο αριθμητικό)



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

elf (nl) (απόλυτο αριθμητικό)