elf
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| elf | elves |

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]elf (en)
- το ξωτικό, μυθικό υπερφυσικό πλάσμα που μοιάζει με άνθρωπο χωρίς να είναι
The fairytale talks about fairies and elves.
- Το παραμύθι μιλά για νεράιδες και ξωτικά.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]elf (de) (απόλυτο αριθμητικό)
Ολλανδικά (nl)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]elf (nl) (απόλυτο αριθμητικό)
Κατηγορίες:
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Αριθμητικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Αριθμητικά απόλυτα (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (ολλανδικά)
- Ολλανδική γλώσσα
- Αριθμητικά (ολλανδικά)
- Αριθμητικά απόλυτα (ολλανδικά)