Μετάβαση στο περιεχόμενο

embuscade

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
embuscade < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
embuscade embuscades

embuscade (fr) θηλυκό