Μετάβαση στο περιεχόμενο

eminently

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

eminently (en)

  1. εξόχως, κατεξοχήν
    an eminently European concept - μια κατεξοχήν ευρωπαϊκή σύλληψη
    an eminently sensible car - ένα εξόχως πρακτικό αυτοκίνητο