emozione
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| emozione | emozioni |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- emozione < (άμεσο δάνειο) γαλλική émotion
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]emozione (it)
- το αίσθημα
Πηγές
[επεξεργασία]- emozione - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).