empêchement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
empêchement empêchements

empêchement (fr) αρσενικό

  1. εμπόδιο, μια αιτία να μην πραγματοποιηθεί κάτι που είχε προβλεφτεί
    il a téléphoné pour dire qu'il a eu un empêchement
    ~τηλεφώνησε για να πει ότι κάτι του συνέβη και δεν μπόρεσε να έρθει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]