Μετάβαση στο περιεχόμενο

en route

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
en route < από το Γαλλικό en(in) + route

Επίρρημα

[επεξεργασία]

en route (en)

  1. καθ' οδόν
  2. στην πορεία, κατά την διαδρομή