en vue
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επιρρηματική έκφραση
[επεξεργασία]en vue (fr)
- εν όψει, ορατός
- notre destination est en vue - ο προορισμός μας είναι εν όψει
- (μεταφορικά) σύγχρονος, γνωστός, σπουδαίος
- c'est un personnage très en vue de notre société
- είναι ένα πολύ σπουδαίο / γνωστό πρόσωπο της εταιρείας/κοινωνίας μας
- c'est un personnage très en vue de notre société