engrailed

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

engrailed < μέση αγγλική engrail < παλαιογαλλικά: engresler «λεπταίνω, καθιστώ λεπτό» < en- (εδώ εκφράζοντας μεταβολή/αλλαγή κατάστασης) + gresle «λεπτός» < λατινικά: gracilis

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛnˈɡreɪld/ (σπάνιο: /ɪnˈɡreɪld/)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

engrailed (en)

  • (οικοσημολογία) που έχει ημικυκλικές οδοντώσεις κατά μήκος των ακμών (ή της ακμής)