Μετάβαση στο περιεχόμενο

enmeti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
enmeti < λείπει η ετυμολογία
ρήμα enmeti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας enmetas enmetanta enmetata
αόριστος enmetis enmetinta enmetita
μέλλοντας enmetos enmetonta enmetota
υποθετική enmetus - -
προστακτική enmetu - -

enmeti (eo)