παραγεμίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]παραγεμίζω, παραγιομίζω
- γεμίζω πάρα πολύ
- (μεταφορικά) προσθέτω άχρηστα στοιχεία σε κάτι
- (μαγειρική) βάζω τη γέμιση
- ※ Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | παραγεμίζω | παραγέμιζα | θα παραγεμίζω | να παραγεμίζω | παραγεμίζοντας | |
| β' ενικ. | παραγεμίζεις | παραγέμιζες | θα παραγεμίζεις | να παραγεμίζεις | παραγέμιζε | |
| γ' ενικ. | παραγεμίζει | παραγέμιζε | θα παραγεμίζει | να παραγεμίζει | ||
| α' πληθ. | παραγεμίζουμε | παραγεμίζαμε | θα παραγεμίζουμε | να παραγεμίζουμε | ||
| β' πληθ. | παραγεμίζετε | παραγεμίζατε | θα παραγεμίζετε | να παραγεμίζετε | παραγεμίζετε | |
| γ' πληθ. | παραγεμίζουν(ε) | παραγέμιζαν παραγεμίζαν(ε) |
θα παραγεμίζουν(ε) | να παραγεμίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | παραγέμισα | θα παραγεμίσω | να παραγεμίσω | παραγεμίσει | ||
| β' ενικ. | παραγέμισες | θα παραγεμίσεις | να παραγεμίσεις | παραγέμισε | ||
| γ' ενικ. | παραγέμισε | θα παραγεμίσει | να παραγεμίσει | |||
| α' πληθ. | παραγεμίσαμε | θα παραγεμίσουμε | να παραγεμίσουμε | |||
| β' πληθ. | παραγεμίσατε | θα παραγεμίσετε | να παραγεμίσετε | παραγεμίστε | ||
| γ' πληθ. | παραγέμισαν παραγεμίσαν(ε) |
θα παραγεμίσουν(ε) | να παραγεμίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω παραγεμίσει | είχα παραγεμίσει | θα έχω παραγεμίσει | να έχω παραγεμίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις παραγεμίσει | είχες παραγεμίσει | θα έχεις παραγεμίσει | να έχεις παραγεμίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει παραγεμίσει | είχε παραγεμίσει | θα έχει παραγεμίσει | να έχει παραγεμίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε παραγεμίσει | είχαμε παραγεμίσει | θα έχουμε παραγεμίσει | να έχουμε παραγεμίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε παραγεμίσει | είχατε παραγεμίσει | θα έχετε παραγεμίσει | να έχετε παραγεμίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν παραγεμίσει | είχαν παραγεμίσει | θα έχουν παραγεμίσει | να έχουν παραγεμίσει |
| |