Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραγεμίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραγεμίζω < παρα- + γεμίζω

παραγεμίζω, παραγιομίζω

  1. γεμίζω πάρα πολύ
  2. (μεταφορικά) προσθέτω άχρηστα στοιχεία σε κάτι
  3. (μαγειρική) βάζω τη γέμιση
      Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 )

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]