γέμιση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γέμιση | οι | γεμίσεις |
| γενική | της | γέμισης | των | γεμίσεων |
| αιτιατική | τη | γέμιση | τις | γεμίσεις |
| κλητική | γέμιση | γεμίσεις | ||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈʝe.mi.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γέ‐μι‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γέμιση θηλυκό
- (γαστρονομία, μαγειρική) το υλικό (τυρί, ρύζι κλπ) που προστίθεται και γεμίζει το εσωτερικό μιας πίτας, ενός γεμιστού λαχανικού, μιας γαλοπούλας, ενός τοστ κλπ
- ※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)