γεμιστά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα γεμιστά
      γενική των γεμιστών
    αιτιατική τα γεμιστά
     κλητική γεμιστά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεμιστά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γεμιστός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεμιστά ουδέτερο πληθυντικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

γεμιστά