Μετάβαση στο περιεχόμενο

σταφίδα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Σταφίδα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταφίδα οι σταφίδες
      γενική της σταφίδας των σταφίδων
    αιτιατική τη σταφίδα τις σταφίδες
     κλητική σταφίδα σταφίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σταφίδα < μεσαιωνική ελληνική σταφίδα < ελληνιστική κοινή σταφίς < αρχαία ελληνική ἀσταφίς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /staˈfi.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός : στα‐φί‐δα
ένα πιάτο με σταφίδες

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σταφίδα θηλυκό

  1. αποξηραμένο σταφύλι, ως ξηρός καρπός
    ※  Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύματα, εκδ. Κέδρος, 2005, σελ. 122)
  2. (μετωνυμικά) η σταφιδάμπελος
  3. (οικείο) (μεταφορικά) μεθυσμένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]