σταφιδόψωμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταφιδόψωμο σταφιδόψωμα
γενική σταφιδόψωμου σταφιδόψωμων
αιτιατική σταφιδόψωμο σταφιδόψωμα
κλητική σταφιδόψωμο σταφιδόψωμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταφιδόψωμο < σταφίδα + ψωμί

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sta.fi.ˈðɔ.psɔ.mɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταφιδόψωμο ουδέτερο

  • είδος ψωμιού ζυμωμένου μαζί με σταφίδες
λαζαράκια λέγονται τα σταφιδόψωμα που φτιάχνονται το Σάββατο του Λαζάρου και επειδή έχουν σχήμα πλεξούδας μοιάζουν με τον σαβανωμένο Λάζαρο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]