raisin

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

raisin (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

raisin 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
raisin raisins

raisin (fr) αρσενικό

  1. το σταφύλι