σταφύλι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | σταφύλι | τα | σταφύλια |
| γενική | του | σταφυλιού | των | σταφυλιών |
| αιτιατική | το | σταφύλι | τα | σταφύλια |
| κλητική | σταφύλι | σταφύλια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σταφύλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σταφύλιον < αρχαία ελληνική σταφυλή + (κατάληξη υποκοριστικού) -ιον
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σταφύλι ουδέτερο
- (φρούτο) ο καρπός του αμπελιού
- ※ η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
- (γλυκό) γλυκό του κουταλιού
Παροιμίες
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
σταφύλι στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σταφύλι
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φρούτα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γλυκά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)