σταφύλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταφύλι σταφύλια
γενική σταφυλιού σταφυλιών
αιτιατική σταφύλι σταφύλια
κλητική σταφύλι σταφύλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταφύλι < μεταγενέστερη ελληνική σταφύλιον < υποκοριστικό του σταφυλή + (κατάληξη υποκοριστικού) -ιον (αρχαία ελληνική )

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sta.ˈfi.li/
ένα τσαμπί σταφύλια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταφύλι ουδέτερο

  1. ο καρπός του αμπελιού

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • Περσινά ξινά σταφύλια.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]