σταφυλικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σταφυλικός σταφυλική σταφυλικό
γενική σταφυλικού σταφυλικής σταφυλικού
αιτιατική σταφυλικό σταφυλική σταφυλικό
κλητική σταφυλικέ σταφυλική σταφυλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σταφυλικοί σταφυλικές σταφυλικά
γενική σταφυλικών σταφυλικών σταφυλικών
αιτιατική σταφυλικούς σταφυλικές σταφυλικά
κλητική σταφυλικοί σταφυλικές σταφυλικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταφυλικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σταφυλικός

  1. (γλωσσολογία) που προφέρεται με τη σταφυλή
    το γαλλικό r είναι σταφυλικό παλλόμενο σύμφωνο
  2. σχετικός με το σταφύλι
    σταφυλική παραγωγή (η παραγωγή σταφυλιών)
    • (χημεία) σταφυλικό οξύ, σταφυλική αλκοόλη


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]