αλευροστάφυλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλευροστάφυλο αλευροστάφυλα
γενική αλευροσταφύλου αλευροσταφύλων
αιτιατική αλευροστάφυλο αλευροστάφυλα
κλητική αλευροστάφυλο αλευροστάφυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλευροστάφυλο < αλεύρι + σταφύλι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλευροστάφυλο ουδέτερο

  1. (γεωπονία): τοπική ονομασία ποικιλίας αμπελιού που καλλιεργείται στην Κεφαλονιά και φέρει φύλλα με αλευρώδη υφή, παράγει λευκό κρασί

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]