αμπέλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμπέλι αμπέλια
γενική αμπελιού αμπελιών
αιτιατική αμπέλι αμπέλια
κλητική αμπέλι αμπέλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμπέλι < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἀμπέλιον, υποκοριστικό του ἄμπελος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /am.ˈbɛ.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αμπέλι ουδέτερο

  1. το φυτό άμπελος
  2. το κτήμα στο οποίο καλλιεργείται το φυτό αυτό


32πχ Μεταφράσεις[]