αμπελώνας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμπελώνας αμπελώνες
γενική αμπελώνα αμπελώνων
αιτιατική αμπελώνα αμπελώνες
κλητική αμπελώνα αμπελώνες
αμπελώνας στην Κροατία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμπελώνας < αρχαία ελληνική ἀμπελών

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bɛ.ˈlɔ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμπελώνας αρσενικό

  1. μεγάλη έκταση γης στην οποία καλλιεργούνται, αποκλειστικά, αμπέλια
  2. το σύνολο των αμπελοκαλλιεργειών μιας περιοχής, νήσου, διοικητικού διαμερίσματος, ή και χώρας
  3. αμπελοχώραφο με πάνω από 1000 ρίζες αμπέλου, συνεπώς μεγαλύτερο από τρία στρέμματα, (νησιωτική αντίληψη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]