vite

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

vite (fr)

  1. γρήγορα
     συνώνυμα: rapidement
  2. σύντομα
     συνώνυμα: bientôt

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vite vites

vite (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
vite viti

vite (it) θηλυκό

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

vite (it)