γεμιστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γεμιστός γεμιστή γεμιστό
γενική γεμιστού γεμιστής γεμιστού
αιτιατική γεμιστό γεμιστή γεμιστό
κλητική γεμιστέ γεμιστή γεμιστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γεμιστοί γεμιστές γεμιστά
γενική γεμιστών γεμιστών γεμιστών
αιτιατική γεμιστούς γεμιστές γεμιστά
κλητική γεμιστοί γεμιστές γεμιστά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεμιστός < ελληνιστική κοινή γεμιστός < αρχαία ελληνική γεμίζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʝε.mi.ˈstɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

γεμιστός, -ή, -ό

  1. που τον έχουν γεμίσει με κάτι
  2. (γαστρονομία) που έχει γέμιση
  3. (γαστρονομία) (ουσιαστικοποιημένο) γεμιστά

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]