Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρύζι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ρύζι τα ρύζια
      γενική του ρυζιού των ρυζιών
    αιτιατική το ρύζι τα ρύζια
     κλητική ρύζι ρύζια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
διάφορες ποικιλίες ρυζιού (1)
αρνί με ρύζι (2)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρύζι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρύζι < ελληνιστική κοινή ὀρύζιον (υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική ὄρυζα < πιθανόν ανατολικής προέλευσης: αρχαία περσική *vrinǰi- < παστό وريژې < σανσκριτική व्रीहि (vrīhí)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɾi.zi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρύζι ουδέτερο

  1. (φυτό) φυτό που ανήκει στα δημητριακά, είδους Oryza sativa της οικογένειας των Ποοειδών (Poaceae) ή Αγρωστωδών (Gramineae)
      Οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι στο ζευγάρι για να ριζώσει η νέα οικογένεια. (Χρήστος Φράγκος, Τζένη Αλβαράντο-Φράγκου, Ήπειρος-Βόρεια Ήπειρος, Τζουμέρκα και Κατσανοχώρια: Ιστορία, Λαογραφία, Πολιτιστικά Μνημεία, Τουρισμός, 2010, σελ. 86)
      Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
  2. (τρόφιμο, γαστρονομία) φαγητό με βρασμένους τους επεξεργασμένους σπόρους αυτού του φυτού

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • όπως με τα περισσότερα δημητριακά (στάρι, καλαμπόκι κλπ) χρησιμοποιούμε τον ενικό για την τροφή και το πιάτο (= σερβιρισμένη μερίδα) σε αντίθεση με τα λοιπά φαγώσιμα που χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό (φασόλια, μακαρόνια κλπ)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]