ρύζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρύζι ρύζια
γενική ρυζιού ρυζιών
αιτιατική ρύζι ρύζια
κλητική ρύζι ρύζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρύζι < μεσαιωνική ελληνική ρύζι < ελληνιστική κοινή ὀρύζιον, υποκοριστικό του ὄρυζα < αρχαία περσική γλώσσα *vrinǰi- < παστού وريژې < σανσκριτική व्रीहि (vrīhí)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρύζι ουδέτερο

  1. (βοτανική) φυτό (Oryza sativa) της οικογένειας των δημητριακών
  2. (γαστρονομία) οι επεξεργασμένοι σπόροι αυτού του φυτού που χρησιμοποιούνται ως φαγητό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • ρύζι στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • όπως με τα περισσότερα δημητριακά (στάρι, καλαμπόκι κλπ) χρησιμοποιούμε τον ενικό για την τροφή και το πιάτο σε αντίθεση με τα λοιπά φαγώσιμα που χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό (φασόλια, μακαρόνια κλπ)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]