enrhumé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | enrhumé | enrhumés |
| θηλυκό | enrhumée | enrhumées |
Επίθετο
[επεξεργασία]enrhumé (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | enrhumé | enrhumés |
| θηλυκό | enrhumée | enrhumées |
enrhumé (fr)