Μετάβαση στο περιεχόμενο

entonnoir

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
entonnoir < entonner

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
entonnoir entonnoirs

entonnoir (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη entonner