esclavage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

esclavage < esclave + -age

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛs.kla.vaʒ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
esclavage esclavages

esclavage (fr) αρσενικό

  1. η δουλεία, η σκλαβιά