estime

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
estime estimes

estime (fr) θηλυκό

  1. η εκτίμηση προς κάποιον

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη estimer