Μετάβαση στο περιεχόμενο

ethnographie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ethnographie ethnographies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ethnographie (fr) θηλυκό