etimologia
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- etimologia < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| etimologia | etimologie |
etimologia (it) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- etimologia - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- etimologia < ελληνιστική κοινή ἐτυμολογία.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]etimologia (ca) θηλυκό