Μετάβαση στο περιεχόμενο

evaporate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας evaporate
γ΄ ενικό ενεστώτα evaporates
αόριστος evaporated
παθητική μετοχή evaporated
ενεργητική μετοχή evaporating

evaporate (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]