existant

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

existant (fr) (θηλυκό: existante)

  1. ο υπάρχων, η ύπαρξη
  2. ο ισχύων

Συγγενικές λέξεις[edit]