υφιστάμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υφιστάμενος υφιστάμενη υφιστάμενο
γενική υφιστάμενου υφιστάμενης υφιστάμενου
αιτιατική υφιστάμενο υφιστάμενη υφιστάμενο
κλητική υφιστάμενε υφιστάμενη υφιστάμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υφιστάμενοι υφιστάμενες υφιστάμενα
γενική υφιστάμενων υφιστάμενων υφιστάμενων
αιτιατική υφιστάμενους υφιστάμενες υφιστάμενα
κλητική υφιστάμενοι υφιστάμενες υφιστάμενα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υφιστάμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος υφίσταμαι

Μετοχή[επεξεργασία]

υφιστάμενος, θηλυκο υφιστάμενη και υφισταμένη, υφιστάμενο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υφιστάμενος οι υφιστάμενοι
      γενική του υφισταμένου
& υφιστάμενου
των υφισταμένων
& υφιστάμενων
    αιτιατική τον υφιστάμενο τους υφισταμένους
& υφιστάμενους
     κλητική υφιστάμενε υφιστάμενοι
όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υφιστάμενος αρσενικό και υφισταμένη θηλυκό (αδόκιμο στο ουδέτερο)

ούτε ο υπουργός ούτε οι υφιστάμενοί του στο υπουργείο γνώριζαν κάτι για το θέμα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]